Ειρήνη Ειλιοπούλου

Τα στέκια της Ειρήνης

Ήδη από το 1990 η Ειρήνη Ηλιοπούλου έκανε αισθητή την παρουσία της στο Salon de Mars του Παρισιού με τις μορφές των βοοειδών της-αποτελούμενες από μεγαλοπρεπείς όγκους που στέκουν με απάθεια καν χάρη, γαλήνια επιβλητικοί και άγρυπνοι μέσα στη γεμάτη-αξιοπρέπεια σιωπή τους. Πλάσματα που τελούν εν αναμονή ανάμεσα σε αποχρώσεις ψημένου πηλού, τόνους σε καστανόξανθο και σοκολατί χρώμα που παραπέμπουν σε έλη και υγρότοπους νοτερά κατακάθια βούρκων. Στη συνέχεια, εγκατέλειψε τις θηριώδεις αυτές μορφές που παρουσίασε στο Παρίσι, για να αποκαλύψει τα τοπία της νότιας Γαλλίας.

Στη ζωγραφική αυτή περίοδο, το τοπίο ζωντανεύει: ροζιασμένα αμπελοκλήματα, στρεβλωμένα φύλλα, μπλεγμένα στελέχη που περιπλέκονται αρθρωτά, κλαδιά που προεξέχουν σαν αγκώνες και μοιάζουν με χέρια ανθρώπου τοποθετημένα στη μέση του, κορμοί μπλεγμένοι σα σταυρωμένα πόδια ή σα να λικνίζονται στο ρυθμό μιας κούνιας ή αιώρας. Χώμα σε βαθυκόκκινο χρώμα που θυμίζει εντόσθια, σπλάγχνα χυμένα και συλλεγμένα, ανεστραμμένες ανιμιστικές ρίζες και πέτρες. Μοναχικοί αφημένοι αγροί, μεσ’ το κίτρινο χρώμα της χολής... Κατόπιν, το ανησυχητικό στοιχείο των τοπίων της παίρνει σάρκα και οστά στις ανθρώπινες μορφές - ναυαγοί, θύματα, σώματα μισοθαμμένα στις ντοματιές ή κοιμισμένα υπό τον ίσκιο μιας αχλαδιάς ή φαντάσματα που αιωρούνται πάνω από μια στέρνα. Οι μορφές στα έργα αυτά είναι σα να συλλαμβάνονται απροειδοποίητα, ενώ τις περισσότερες φορές δείχνουν να μην έχουν καν τις αισθήσεις τους- σώματα που αναπαύονται ή κοιμούνται σε ασυνήθιστα μέρη σα να είναι καταπατητές ή να κρύβονται ή να έχουν χαθεί Ενώπιον αυτών των εκδοχών, εμείς ως θεατές νιώθουμε μια ηδονοβλεπτική αμφιθυμία, σα να συλλαμβάνουμε κάποιον την ώρα που ζωγραφίζει γκράφιτι στον τοίχο της αυλής. Υπάρχει μια αμηχανία όταν έρχεται κανείς αντιμέτωπος με την απάθεια του υπνοβάτη, το υπνωτικό βλέμμα του επισκέπτη από τον άλλο κόσμο, το πνεύμα που κοιτά μέσα από μια βιτρίνα με μασκαρεμένες κούκλες. Ορισμένες φορές οι μορφές μοιάζουν σχεδόν αιχμάλωτες φυλακισμένες πίσω από ένα τζάμι, έγκλειστες σαν άγρια ζώα που τελούν εν αιχμαλωσία. Ο πελάτης του υπαίθριου καφέ τις ατενίζει προκλητικά με άγριο βλέμμα. Ωστόσο, οι ανταλλαγές βλεμμάτων αποτελούν εξαίρεση, καθώς στα περισσότερα έργα που απεικονίζουν καφέ και μπαρ αποφεύγεται η ματιά του θεατή, που συναντάται με βλέμματα στραμμένα προς άλλη κατεύθυνση, με βλέμματα πλάγια και χαμηλωμένα. Οι αναπαραστάσεις της Ειρήνης δεν έχουν ούτε βουκολικό ούτε ρομαντικο-δραματικό χαρακτήρα όπως στην περίπτωση των αποτρόπαιων επακόλουθων μιας καταστροφής, αντιθέτως αναμένουν κάποια απειλή ή υπαινίσσονται την ως εκ θαύματος σωτηρία από αυτήν. Εδώ η φύση σφετερίζεται αιφνιδίως τον «πολιτισμένο χώρο» και απεικονίζεται απείθαρχη ακόμη κι όταν ο καιρός είναι ήπιος. Η εφευρετικότητα της Ειρήνης έγκειται στο συγκεκριμένο εφέ που θυμίζει τη χώρα των θαυμάτων: η φύση αναπτύσσεται αιφνιδιαστικά ξεπερνώντας τα ίδια της τα όρια. Η Ειρήνη δίνει στη φύση τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ οι μορφές της αποτελούν απλά και μόνο βουβά πρόσωπα, ακριβώς όπως οι μορφές που εμφανίζονται σε προηγούμενα έργα της, που σκοπίμως δεν είχαν ιδιαίτερα ρεαλιστικό αλλά μάλλον φαντασμαγορικό χαρακτήρα. Τα καφέ περιστοιχίζονται πλέον από λεμονιές και πορτοκαλιές. Τα έργα της Ειρήνης παρουσιάζουν απίθανα συμβάντα, απροσδόκητα περιστατικά, από όπου απουσιάζει η αληθοφάνεια.

Στα καφέ που ζωγραφίζει, τα αντικείμενα προσλαμβάνουν ένα ασυνήθιστο χρώμα, μια δικιά τους ζωή, από τη στιγμή που εμποτίζονται από ζωγραφική. Τα μαγαζιά με τα γλυκά και τις αποκριάτικες στολές, οι βιτρίνες μαγαζιών και οι υπαίθριες αγορές, μεταξύ των άλλων προσφιλών στην καλλιτέχνιδα ειδών της αθηναϊκής χλωρίδας αποδίδονται στο σύνολο τους με τον ίδιο παλλόμενο αισθησιακό τρόπο (πέρα από την περιστασιακά απόκοσμη ατμόσφαιρα που αποπνέουν οι μάσκες και τα ανδρείκελα). O χρωστήρας της Ειρήνης απελευθερώνεται κάθε φορά που εκείνη διαχέει το χρώμα με τολμηρό και ιδιόρρυθμο τρόπο. Αξιοποιεί τον πλούτο του χρώματος στις απεικονίσεις τόσο του τετριμμένου εσωτερικού των καφέ όσο και της μυστηριώδους υπαίθρου. Ορισμένα καφέ, μάλιστα, θα μπορούσαν να εκληφθούν ως θερμοκήπια- οι υδρατμοί στα παράθυρα, το θαμπό πνιγηρό πράσινο χρώμα. Στην παρούσα σειρά έργων, κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα σε όλους τους τόνους και αποχρώσεις-αναψοκοκκινισμένα μάγουλα, ξαφνιασμένα πρόσωπα που γίνονται κατακόκκινα παραπέμποντας στο βαθυκόκκινο χρώμα των θεατρικών αιθουσών, καθίσματα με πορφυρή επένδυση. Τραπέζια και πάγκοι σε πορτοκαλοκόκκινο χρώμα, βαθυκόκκινες κουρτίνες και παραπετάσματα, πορτοκαλιά μαξιλαράκια που δημιουργούν αντίθεση με τα λουστραρισμένα διαχωριστικά και τα κουφώματα των παραθύρων, που καθρεφτίζονται στη θαμπή γυαλάδα της φορμάικας και του τσίγκου με τη μαρμάρινη επένδυση.

Την Ειρήνη έλκει η ανωνυμία των μπαρ. Δεν την ενδιαφέρει τόσο ο φολκλορικός τους χαρακτήρας όσο η ζωντάνια των τόπων αυτών. Εκεί όπου κάθονται οι τουρίστες για να χαζέψουν τον κόσμο, η Ειρήνη εισέρχεται για να παρατηρήσει την εγχώρια  «πανίδα». Αντιμετωπίζει τα καφέ ως θεατρικές σκηνές και επικεντρώνεται στον εσωτερικό τους διάκοσμο και όχι στους χαρακτήρες που διαδραματίζουν ελάσσονα ρόλο, καθώς παρέχουν το σκηνικό για έναν στοχασμό πάνω στις έννοιες του κενού και της μοναξιάς: πώς η μοναξιά καταλαμβάνει το χώρο, πώς κατατρέχει τους ανθρώπους, πώς τα στέκια αποδεικνύονται ενίοτε μοναχικά μέρη... Τα καφέ της Ειρήνης είναι συνήθως μισοάδεια. Ωστόσο, όλως παραδόξως, δεν υπάρχει σε αυτά καμία αίσθηση εγκατάλειψης. Δε βλέπουμε τους θαμώνες τους ως χαμένες ψυχές, παρόλο που τα καφέ αναπαριστούν «ψυχικές καταστάσεις» ή ψυχικές διαθέσεις (ατμόσφαιρα βροχής και ανέμων, μελαγχολική διάθεση) και, επιπλέον, φιλοξενούν πελάτες που φαίνονται ενδεχομένως χαμένοι στις σκέψεις τους.

Τα κατάφυτα καφέ της Ειρήνης αποτελούν, εντούτοις αποκυήματα της φαντασίας της. Η ζωγράφος κλείνει το μάτι στο είδος του ειδυλλίου, τα έργα της αυτά, ωστόσο, συγγενεύουν περισσότερο με τις ταινίες του Alain Resnais παρά με πραγματικά μέρη όπου συχνάζει κανείς. “Επαρχιακά καφέ” που φαντάστηκε ως άσυλα, καταφύγια από τις τρικυμίες της ζωής. Η πολυτέλεια του να παρακολουθείς μια νεροποντή μέσα στην ασφάλεια ενός μπαρ. Η ανακούφιση από την ενεχόμενη απειλή που εξακολουθεί, ωστόσο, να είναι ορατή από τη θέση δίπλα στο παράθυρο. Ανύπαρκτα μέρη ή μέρη τόσο σπάνια που απειλούνται με αφανισμό. “Καταφύγια”, πλαισιωμένα από ένα διάκοσμο, όπου η μοναξιά τυγχάνει σεβασμού και η άγρια φύση καταπατά το χώρο που προστατεύεται μόνο από ένα τζάμι, το οποίο μας διαχωρίζει από το “άγριο”. Θολά παράθυρα αντανακλούν το φως του φανοστάτη που φέγγει έξω καλυμμένος γύρω-γύρω με φυλλώματα. Στο παρελθόν, η Ειρήνη είχε ζωγραφίσει τη θεατρική σκηνή στη σειρά με τα εσωτερικά του θεάτρου Vieux Colombier, ενώ εδώ τοποθετεί τη φύση στο προσκήνιο. Ένα δέντρο μοιάζει να λυγίζει προκειμένου να πιάσει το ποτήρι πάνω σ’ ένα άδειο τραπέζι- που πριν από λίγο έμεινε αδειανό ή που περιμένει την επιστροφή του θαμώνα, πράγμα που αποτελεί εύγλωττο υπαινιγμό στην αντίθεση παρουσία-απουσία, αποφεύγοντας την ανθρώπινη μορφή.

Στο ίδιο μήκος κύματος, τα σχεδόν άδεια καφέ προκαλούν εντονότερα το αίσθημα της μοναξιάς από ό,τι ένα γεμάτο σπίτι. Μια μοναχική μορφή υποδηλώνει τη ραθυμία ενός άδειου μπαρ όπως ακριβώς ένα εγκαταλελειμμένο ποτήρι κρασιού υπονοεί την αποχώρηση. Ο πελάτης των καφέ είναι σε θέση να παρατηρεί, καθισμένος στο τραπέζι του, το θέαμα του “άγριου αστικού τοπίου”. Οάσεις της πόλης- χώροι ανάπαυσης, περισυλλογής και αναμονής. Φόντο για συναντήσεις, συζητήσεις, αποχαιρετισμούς... Εσείς θα προτιμούσατε να είστε μόνοι, αφανείς, αόρατοι; Η Ειρήνη σκιαγραφεί την αποκάλυψη σκηνογραφικά-ομπρέλες, τέντες, ριντό, περίπλοκα ραμμένες ή δαντελωτές κουρτίνες, πίσω απ’ τις οποίες ανθρώπινες φιγούρες κοιτάζουν ερευνητικά, προστατεύονται ή κρύβονται. Πτυσσόμενα παραπετάσματα διαμοιράζουν τον εσωτερικό χώρο, τον υποδιαιρούν, διαχωρίζουν το δημόσιο από το ιδιωτικό, ενώ οι μορφές παραμένουν ανώνυμες λόγω της ηθελημένης αδιαφορίας της ζωγράφου για την απόδοση των φυσιογνωμικών λεπτομερειών. Τα πρόσωπα παρουσιάζονται σαν θεατρικές μάσκες. Οι σκηνές στα καφέ, αν και μη κινηματογραφικές, μεταφέρουν, ωστόσο, την αίσθηση της κίνησης. Τ’ αυτί μας πιάνει αποσπάσματα συζητήσεων, νιώθουμε ανθρώπους να μετατοπίζονται στις θέσεις τους. Στο έργο με τίτλο «Λόγια σε κόκκινο χρώμα» (“Paroles sur rouge”), η ακαμψία των διαπληκτιζόμενων εραστών ενισχύει το φόντο όπου κυριαρχεί το τραπέζι. Το βλέμμα-προσωπείο της γυναίκας και το προφίλ του άνδρα μαρτυρούν απογοήτευση-δηλητηριασμένη ευτυχία, σα νοθευμένο ποτό. Το κρασί τους μοιάζει νερωμένο σε αντίθεση με το κατακόκκινο ντεκόρ που υπερτονίζεται από ένα κατάμαυρο φόντο. Η Ειρήνη προτιμά το περιβάλλον των καφέ/μπαρ απ’ ό,τι των εστιατορίων με εξαίρεση το σύμπλεγμα της ρόδας και του μπαλονιού των λούνα-παρκ). Τα καφέ αποτελούν τον ιδανικό χώρο για ίντριγκες, συναντήσεις... για πρώτη ή τελευταία φορά, σίγουρα όμως όχι για φαγητό. Δεδομένου ότι η Γαλλία είναι η πνευματική πατρίδα της Ειρήνης, είναι απολύτως φυσικό να συναντούμε   στο   έργο   της   νύξεις   για   το παριζιάνικο πρότυπο της κουλτούρας των καφέ από τους σερβιτόρους με τις στολές τους έως το αρχιτεκτονικό στυλ και τη διακόσμηση των εσωτερικών χώρων. Τα παραθαλάσσια καφέ, ωστόσο, αποτελούν ένα ολότελα διαφορετικό είδος. Εδώ χτυπάει στο μάτι το εκτυφλωτικό φως του μεσογειακού ήλιου σε αντίθεση με την ασημένια απόχρωση της βροχής και τη γκρίζα σκιά των νεφών της καταιγίδας. Ο χιτσκοκικού τύπου σερβιτόρος με τα χαμηλωμένα μάτια επανεμφανίζεται διακριτικά από πίνακα σε πίνακα και από την πόλη στην ακρογιαλιά. Μια ομπρέλα φουσκώνει απ' τον αέρα παρέχοντας προστασία από την ανελέητη εποπτεία του ήλιου.

Νιώθει κανείς την αποπνικτική ζέστη καθώς βαραίνει κυριολεκτικά πάνω στην τέντα που προστατεύει το καφέ του πορθμείου. Ο ίδιος ο σερβιτόρος εμφανίζεται καταπονημένος από τη ζέστη, σχεδόν σέρνοντας τα πόδια του καθώς μοιάζει να κουβαλά στην προκυμαία ένα βαρύ φορτίο, αν και ο δίσκος του ούτε καν φαίνεται, μοιάζει να κρέμεται στο πλευρό του. Σαν ολοκλήρωση του καλοκαιρινού κύκλου, η Ειρήνη παρουσιάζει μια σειρά έργων με υπαίθρια σινεμά, το πιο παιγνιώδες εκ των οποίων είναι αναμφίβολα το «Καρπούζι». Η οθόνη είναι πασαλειμμένη μ’ ένα λαχταριστό ροζ, οι καρέκλες από λινάτσα με τις χοντρές ρίγες είναι τεντωμένες κάτω από το βάρος των σωμάτων που παραδομένα έχουν βυθιστεί στα καθίσματα, με τα οπίσθια τους να μοιάζουν με φλούδες από γινωμένο πεπόνι. Ασβεστωμένες καρέκλες  αντανακλούν λευκή οθόνη λίγο πριν το σούρουπο. Σ’ έναν άλλον πίνακα, τα ξασπρισμένα από τον ήλιο καθίσματα λάμπουν σαν πυγολαμπίδες μέσα στο ημίφως μιας ταινίας. Σε αυτές τις σκηνές εμφανίζονται περισσότεροι άνθρωποι από ό,τι στα καφέ που ζωγραφίζει. Δεν προβάλλεται τόσο η μοναξιά όσο μάλλον μια μικρή κοινότητα από κινηματογραφόφιλους που συγκεντρώνονται για να διασκεδάσουν και να αποδράσουν, με τις πλάτες στραμμένες προς τη μεριά μας. Τα σινεμά μοιάζουν με μικρές οάσεις μεταξύ πολυκατοικιών. Οι θεατές, βυθισμένοι στα καθίσματα τους, δείχνουν έτοιμοι για το ταξίδι. Νυχτερινά τοπία που γιορτάζουν τη δροσιά της νύχτας όταν ο ήλιος έχει επιτέλους υποχωρήσει,

όταν ένα αμυδρό φεγγάρι αρχίζει να σπινθηροβολεί, με τους θάμνους και την πρασινάδα τους να υπόσχονται ανακούφιση από τα ζεματιστά ακόμη κτίρια, που ξεπροβάλλουν ολόγυρα απειλητικά έχοντας ψηθεί όλη μέρα στον ήλιο. Οι λιγοστοί φοίνικες ανακαλούν τις παροιμιώδεις οάσεις, με τα θερινά σινεμά να αποτελούν το μικρό παράδεισο των κατοίκων της πόλης.

Οι «κινηματογραφικές» συνθέσεις της Ειρήνης ασκούν την ίδια γοητεία με τα καφέ της. Το κοινό των σινεμά μοιάζει απορροφημένο, εκστασιασμένο σα να προσμένει κάποιου είδους αποκάλυψη (την ταινία), ενώ οι θαμώνες των καφέ δείχνουν εξίσου απορροφημένοι, αδιαφορώντας για τυχόν θεατές, πλήρως απασχολημένοι με τις προσωπικές τους υποθέσεις, τυλιγμένοι σε αισθησιακά χρώματα. Το κινηματογραφικό κοινό παραμένει σιωπηλό στη γαλήνη του σούρουπου ή βουτηγμένο στο μελανί σκοτάδι. Οι ψυχικές διαθέσεις καθίστανται απτές μέσω του χρώματος, του κοντράστ, του περιγράμματος των σωμάτων. Η παλέτα της Ειρήνης καθιστά ευπρόσδεκτη ακόμη και τη μοναξιά παρουσιάζοντας την υπό το χρυσαφένιο φως ενός φανοστάτη. Καταφέρνει να διεγείρει στο θεατή τη λαχτάρα για την οικεία ατμόσφαιρα ενός ήσυχου καφέ, τη νοσταλγία για ένα καταφύγιο από την καταιγίδα.

Μας κάνει να θέλουμε να επισκεφτούμε αυτά τα φανταστικά, ονειρικά καφέ που σμίγουν την ομορφιά με την εκκεντρικότητα κι όπου τα δέντρα χτυπούν στα τζάμια των παραθύρων απειλώντας να διαταράξουν τη γαλήνη μας. Πέραν της χρήσης μιας πλούσιας γκάμας χρωμάτων, η ματιά της Ειρήνης όσον αφορά την αποτύπωση των χειρονομιών και ιδιαίτερα της «γλώσσας του σώματος» ενισχύεται από την έμφυτη θεατρική αίσθηση που τη χαρακτηρίζει.

Στο πλαίσιο κάθε κάδρου ή «κινηματογραφικού καρέ», η ζωγράφος διευθετεί το υλικό της χορογραφικά. Η σαφήνεια των περιγραμμάτων των χαρακτήρων επιτυγχάνεται σα μέσα από ένα πλήθος σκηνικών οδηγιών- για το βάδισμα, το παράστημα, τη στάση του σώματος των μορφών, τον τρόπο με τον οποίο τα ρούχα αγκαλιάζουν το σώμα, το πώς και το πού τοποθετούνται στο σκηνικό (στην άκρη της καρέκλας, καμπουριάζοντας, ευθυτενείς, στο περιθώριο, στην άκρη του κάδρου...).

Η σωματική έκφραση είναι που δημιουργεί το εφέ της ατμόσφαιρας. Τα καφέ της Ειρήνης κατοικούνται από θαμώνες, ενώ τα άδεια καφέ από τα πνεύματα του τόπου, όντας γεμάτα από την ίδια τους την ατμόσφαιρα. Μ’ αυτή την ενότητα έργων η Ειρήνη Ηλιοπούλου καλλιεργεί την ιδέα της ενοίκησης. Τα καφέ της προσελκύουν τις μοναχικές μας επιθυμίες και, όλως περιέργως, την επιθυμία μας να χάσουμε τον προσανατολισμό μας. Υπάρχει ένα κενό στο σκηνικό της που προσκαλεί τη φαντασία, έναν τόπο που η ζωγράφος προορίζει συνειδητά για το θεατή.

Σεπτέμβριος 2006
Andrea Schroth

(Μετάφραση: Γιώργος Κ. Πάντσιος)